αὐτοψία

αὐτ-οψία, ,
A seeing with one's own eyes, Dsc. Praef.5, PTeb.286.20 (ii A. D.), Luc.Syr.D.1; in Medic., as t.t. of the Empiric school, Gal.1.67;

ἐπὶ τῆς αὐ. SIG827

D 4 (Delph., ii A. D.), cf. POxy.1272.19 (ii A. D.);

ἐπὶ τὴν αὐ. ἐλθεῖν IG9(1).61.17

.
II supernatural manifestation, vision, Procl.in Alc.p.92 C. (pl.), Iamb.Myst.2.4 (pl.), 7.3 (pl.); [

δαίμων] κληθεὶς εἰς αὐ. Porph. Plot.10

, cf. Dam.Isid.13 (pl.); opp. ὄνειρος, Ps.-Callisth.1.6; magical operation for the production of such a manifestation ([etym.] αὐθ.), PMag.Par.1.950, P Mag.Leid.W.16.38.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοψία — αὐτοψίᾱ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc/acc dual αὐτοψίᾱ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοψίᾳ — αὐτοψίαι , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc pl αὐτοψίᾱͅ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοψία — η 1. η παρατήρηση κάποιου πράγματος ή γεγονότος με τα ίδια μας τα μάτια: Ο μάρτυρας ξέρει από αυτοψία όσα καταθέτει. 2. άμεση και προσεκτική εξέταση, έρευνα: Το δικαστήριο αποφάσισε να κάνει αυτοψία στον τόπο του εγκλήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυτοψία — η (AM αὐτοψία) [αυτόπτης] το να βλέπει κανείς κάτι με τα ίδια του τα μάτια νεοελλ. 1. προσεκτική, επιστάμενη παρατήρηση ή εξέταση 2. η αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις ίδιες τις αισθήσεις του δικαστή μσν. θεολ. ο εκστατικός… …   Dictionary of Greek

  • αυτοψία — [автопсия] ουσ. Θ. · личное обследование …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὐτοψίας — αὐτοψίᾱς , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem acc pl αὐτοψίᾱς , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὐτοψία — αὐτοψίᾱ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc/acc dual αὐτοψίᾱ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοψίαι — αὐτοψία seeing with one s own eyes fem nom/voc pl αὐτοψίᾱͅ , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοψίαν — αὐτοψίᾱν , αὐτοψία seeing with one s own eyes fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοψιῶν — αὐτοψία seeing with one s own eyes fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοψίαις — αὐτοψία seeing with one s own eyes fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.